Σε μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση του παγκόσμιου εμπορικού πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσαν σήμερα το πρωί νέα επίθεση τελωνειακών δασμών κατά δεκάδων εμπορικών τους εταίρων. Στο στόχαστρο βρέθηκε κυρίως η Κίνα, με την Ουάσιγκτον να επιβάλει δασμούς-σοκ ύψους 104% στα εισαγόμενα κινεζικά προϊόντα, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις και αναταραχή στις διεθνείς χρηματαγορές.
Ειδικά για την Κίνα, ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε τροποποιημένο προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα που ανεβάζει το ποσοστό των δασμών από 34% στο 84%, επιπλέον των ήδη υφιστάμενων 20%. Το συνολικό επίπεδο επιβάρυνσης διαμορφώθηκε στο 104% στις 07:00 ώρα Ελλάδας, σε τιμές που χαρακτηρίζονται πρακτικά απαγορευτικές για το εμπόριο. Το Πεκίνο απάντησε ακαριαία: εκπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου της Κίνας δήλωσε πως «η Κίνα δεν θα αποδεχθεί ποτέ κάτι τέτοιο», ανακοινώνοντας την επιβολή επιπλέον δασμών (+34 ποσοστιαίες μονάδες) σε επιλεγμένα αμερικανικά προϊόντα, με ισχύ από αύριο Πέμπτη.
Οι οικονομικές συνέπειες αυτής της κλιμάκωσης έγιναν άμεσα αισθητές στις παγκόσμιες αγορές. Παρά τη μικρή ανάκαμψη των δεικτών χθες βράδυ, ο πανικός επέστρεψε με ένταση.
Ενδεικτικές απώλειες στις ασιατικές αγορές:
- Nikkei: -2,2% (με ενδοσυνεδριακή πτώση έως -3,5%)
- Kospi (Σεούλ): -0,6%
- Σίδνεϊ: -0,84%
- Ταϊπέι: -2%
- Χονγκ Κονγκ: -2%
- Σαγκάη: -0,86%
- Σεντζέν: -1%
Το πετρέλαιο υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα τετραετίας, πλησιάζοντας τα 60 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το νόμισμα της Νότιας Κορέας, το γουόν, κατέγραψε το χαμηλότερο επίπεδο έναντι του δολαρίου από το 2009. Η Σεούλ, της οποίας η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές –ιδίως των αυτοκινήτων προς τις ΗΠΑ– ανακοίνωσε κρατικές ενισχύσεις ύψους άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη στήριξη του τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο οποίος πλέον επιβαρύνεται με δασμούς 25% στις εξαγωγές προς την Αμερική.
Η πρώτη κεντρική τράπεζα που αντέδρασε ήταν αυτή της Νέας Ζηλανδίας, ανακοινώνοντας μείωση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 3,5%, σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης της εγχώριας οικονομίας.
Οι νέοι αμερικανικοί δασμοί, που τέθηκαν επισήμως σε ισχύ το πρωί του Σαββάτου με αρχική επιβάρυνση +10%, επεκτάθηκαν σήμερα σε πάνω από 60 χώρες. Οι επιβαρύνσεις κυμαίνονται από 11% έως 50%, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπόκειται σε δασμούς 20% στα προϊόντα της, ενώ στο Βιετνάμ επιβλήθηκαν δασμοί ύψους 47%.
Παρά τον πανικό που επικρατεί στις χρηματαγορές, ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίστηκε καθησυχαστικός και δήλωσε πως οι νέοι δασμοί είναι “κατά παραγγελία” και όχι “έτοιμοι από το ράφι”, σχεδιασμένοι ειδικά για κάθε χώρα. Τόνισε μάλιστα πως πρόκειται για “υψηλής ραπτικής” πολιτική, με ειδική στόχευση συμμάχους όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, τόσο από οικονομική όσο και από στρατιωτική σκοπιά.
Κατά τη διάρκεια δείπνου με στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο Τραμπ εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, όπως είπε, “δεκάδες κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, κάνουν τα πάντα για να έρθουν σε συμφωνία με τις ΗΠΑ”, προσθέτοντας με χαρακτηριστική υπερβολή: «Οι χώρες αυτές μας τηλεφωνούν για να μας γλείψουν τον κώλο».

Από πλευράς Ε.Ε., η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, κατά την οποία κάλεσε όλες τις πλευρές να αποφύγουν περαιτέρω κλιμάκωση και να επιδιώξουν λύση μέσω διαπραγμάτευσης. Η επίσημη ευρωπαϊκή αντίδραση αναμένεται να ανακοινωθεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, με τις Βρυξέλλες να εξετάζουν λίστα με ενδεχόμενα αντίμετρα, αν και –σύμφωνα με πληροφορίες του Γαλλικού Πρακτορείου– το αμερικανικό μπέρμπον δεν θα περιλαμβάνεται σε αυτήν τη λίστα.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν τόνισε ότι στόχος της Ευρώπης πρέπει να είναι να οδηγηθεί ο Τραμπ σε αναθεώρηση της απόφασής του. Παράλληλα, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι –η οποία διατηρεί στενές σχέσεις με τον Τραμπ– ανακοίνωσε ότι θα επισκεφθεί την Ουάσιγκτον την Πέμπτη 17 Απριλίου.
Παρά τη μερική ανάκαμψη των χρηματιστηριακών δεικτών χθες, η παγκόσμια οικονομική σταθερότητα παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη, με τις αγορές να κινούνται στον ρυθμό των αμερικανικών δασμολογικών αποφάσεων και της αυξανόμενης γεωοικονομικής έντασης.





