Τις τελευταίες περίπου επτά ημέρες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9 Reaper των ΗΠΑ έχουν εντοπιστεί να επιχειρούν από το Πουέρτο Ρίκο μεταφέροντας σημαντικά αυξημένο αριθμό πυραύλων AGM-114 Hellfire. Μεταξύ αυτών καταγράφηκε τουλάχιστον ένα Reaper οπλισμένο με 10 Hellfire, διαμόρφωση η οποία δεν είχε έως σήμερα δημοσιοποιηθεί ως επιχειρησιακά διαθέσιμη για τον συγκεκριμένο τύπο UAV. Οι εξελίξεις αυτές συμπίπτουν χρονικά με πληροφορίες περί πρωτοφανούς μυστικής επιδρομής της CIA στη Βενεζουέλα, με χρήση μη κατονομαζόμενου drone.

Οι ασυνήθιστα βαριές φορτώσεις Hellfire αποτελούν το πιο πρόσφατο στοιχείο μιας ευρύτερης και ποιοτικής μεταβολής της αμερικανικής στρατιωτικής στάσης στην Καραϊβική, η οποία ξεπερνά σαφώς το πλαίσιο της ενισχυμένης αντιναρκωτικής δραστηριότητας. Το τελευταίο διάστημα καταγράφεται μια συνολική αναδιάταξη δυνάμεων με σαφή επιχειρησιακά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με αποκάλυψη του CNN, επιχείρηση κατευθυνόμενη από τη CIA στόχευσε νωρίτερα μέσα στον μήνα λιμενική εγκατάσταση ή προβλήτα στις ακτές της Βενεζουέλας, η οποία φέρεται να χρησιμοποιούνταν από την εγκληματική οργάνωση Tren de Aragua, χαρακτηρισμένη πλέον από την αμερικανική κυβέρνηση ως τρομοκρατική οργάνωση, για τη διακίνηση ναρκωτικών. Αντίστοιχη πληροφόρηση επιβεβαίωσε και η New York Times μέσω ανεπίσημων πηγών. Είχε ήδη επισημανθεί ότι λιμάνια και κόμβοι εφοδιαστικής αλυσίδας αποτελούν πιθανούς πρώτους στόχους σε σενάρια κλιμακούμενης κινητικής εμπλοκής εντός της Βενεζουέλας.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρθηκε δημοσίως στο πλήγμα τόσο σε τηλεφωνική του παρέμβαση σε ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης όσο και σε δηλώσεις του προς τον Τύπο δίπλα στον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, χωρίς να κατονομάσει τον φορέα εκτέλεσης. Υπενθυμίζεται ότι από τον Οκτώβριο είχε δηλώσει πως έχει εγκρίνει μυστικές επιχειρήσεις της CIA εντός της Βενεζουέλας.
Τα MQ-9 Reaper επιχειρούν από το αεροδρόμιο Rafael Hernández στην Aguadilla του Πουέρτο Ρίκο από τον Σεπτέμβριο. Μέχρι πρόσφατα, η συνήθης διαμόρφωσή τους περιλάμβανε δύο έως τέσσερις Hellfire, δεξαμενές καυσίμου αυξημένης ακτίνας δράσης και εξωτερικά pods, μια τυπική επιχειρησιακή φόρτωση που έχει καταγραφεί σε θέατρα επιχειρήσεων παγκοσμίως.


Ωστόσο, μεταξύ 21 και 24 Δεκεμβρίου, Reaper άρχισαν να εμφανίζονται με έξι, οκτώ και τελικά δέκα πυραύλους AGM-114, με τοπικούς παρατηρητές να καταγράφουν φωτογραφικά τις νέες διαμορφώσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι το 2021 η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ανέφερε ως μέγιστο φορτίο τους οκτώ Hellfire. Αν και το MQ-9 μπορεί να φέρει και βόμβες ακριβείας Paveway ή JDAM των 500 λιβρών, μέχρι στιγμής στο Πουέρτο Ρίκο έχουν παρατηρηθεί αποκλειστικά Hellfire.
Η αύξηση του φορτίου κατέστησε αναγκαία τη χρήση τετραπλών εκτοξευτών (four-rail launchers), μια διαμόρφωση χωρίς προηγούμενα καταγεγραμμένα παραδείγματα σε αμερικανικά MQ-9. Οι συγκεκριμένοι εκτοξευτές χρησιμοποιούνται ευρέως σε επιθετικά ελικόπτερα όπως τα AH-64 Apache, AH-1Z Viper και τα ναυτικά MH-60R/S Seahawk. Σημειώνεται ότι η General Atomics έχει ήδη προβάλλει τη δυνατότητα του UAV Mojave να μεταφέρει έως και 16 Hellfire με αντίστοιχους εκτοξευτές.
Παράλληλα, αρκετά από τα βαριά οπλισμένα Reaper φέρουν ένα άγνωστης ταυτότητας pod, το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά μετά την απώλεια δύο αμερικανικών MQ-9 σε σύγκρουση στον εναέριο χώρο της Συρίας το 2020. Έκτοτε, το pod έχει καταγραφεί σε επιχειρήσεις σε Ρουμανία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα, συνήθως σε συνδυασμό με μεγάλη κοιλιακή κεραία τύπου blade. Αν και ο ρόλος του δεν έχει επισήμως επιβεβαιωθεί, εκτιμάται ότι φιλοξενεί πρόσθετους αισθητήρες ή δυνατότητες επικοινωνιών και διαμοιρασμού δεδομένων.
Το γιατί τα MQ-9 εκτελούν πλέον τόσο βαριά οπλισμένες αποστολές από την Aguadilla παραμένει ασαφές, καθώς το επίπεδο αυτό δεν συνάδει με την υφιστάμενη εκστρατεία προσβολών μικρών σκαφών. Από τις 2 Σεπτεμβρίου έως τις 29 Δεκεμβρίου, οι ΗΠΑ είναι γνωστό ότι έπληξαν 31 σκάφη στην Καραϊβική και στον Ανατολικό Ειρηνικό, δηλαδή κατά μέσο όρο μία επίθεση ανά τέσσερις ημέρες, ρυθμός που δεν δικαιολογεί ανάγκη αυξημένου φορτίου ανά έξοδο. Επιπλέον, μέρος των αποστολών εκτελέστηκε από AC-130J gunships, ενώ νομικά ζητήματα και η ποιότητα της υποκείμενης πληροφορίας παραμένουν αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης.
Τέλος, εδώ και εβδομάδες καταγράφεται σημαντική ενίσχυση αμερικανικών δυνάμεων στην Καραϊβική, η οποία δεν ευθυγραμμίζεται αποκλειστικά με αντιναρκωτικές επιχειρήσεις ή με την κατάσχεση δεξαμενόπλοιων στο πλαίσιο της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» προς το καθεστώς της Βενεζουέλας. Στην Aguadilla έχουν αφιχθεί CV-22 Osprey της AFSOC και MC-130J Commando II, πλαισιώνοντας τα MQ-9, ενώ αεροπορικά, ναυτικά και χερσαία μέσα των ΗΠΑ συνεχίζουν να ρέουν στην περιοχή εδώ και μήνες, υποδηλώνοντας προετοιμασία για ευρύτερο φάσμα επιχειρήσεων.





