Του Γιάννη Πουλτσίδη
«Είναι η οικονομία, ηλίθιε» είχε πει ο Μπίλ Κλίντον στον τότε αντίπαλο του για την προεδρία των ΗΠΑ, Τζωρτζ Χέρμπερτ Γουόκερ Μπους (ο πρεσβύτερος), ο οποίος έμεινε να τον κοιτάει με το στόμα ανοιχτό. Ως σύγχρονος Μπους, με το στόμα ανοιχτό να μας κοιτάει έχει μείνει και ο «πολυμήχανος» υπουργός των εξωτερικών μας όταν ένας ολόκληρος λαός του λέει πως «είναι τα εθνικά θέματα, ηλίθιε».
Φαίνεται πως ο μη εκλεγμένος, μη κρινόμενος από το λαό και το εκλογικό σώμα, πρώην σύμβουλος κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, και Σημιτικός εκσυγχρονιστής δεν μπορεί να αντιληφθεί τις αγωνίες του λαού. Ναι του ίδιου Σημίτη που έλεγε το ‘96 στα Ίμια πως την σημαία μας την πήρε ο άνεμος! Και όμως ο Γιώργος Γεραπετρίτης απαλλαγμένος από την αγωνία της εκλογής, δηλώνει ρητά ότι για χάρη της ειρήνης δεν τον ενδιαφέρει να τον πούμε μειοδότη.
Και εύλογα ρωτάω εγώ, γιατί κύριε Γεραπετρίτη να σας πούμε μειοδότη εάν και εφόσον υπερασπίζεστε τα ελληνικά συμφέροντα? Τις αγωνίες της κοινωνίας φαίνεται πως δεν μπορεί να κατανοήσει και το σύνολο της κυβέρνησης, τα μέλη της οποίας αγωνιωδώς προσπαθούν να αντιστρέψουν την συζήτηση από τα εθνικά θέματα, αποδίδοντας την σε κέντρα και συμφέροντα που θέλουν να αποσταθεροποιήσουν την χώρα προκειμένου να την εκτροχιάσουν από το μονοπάτι της θεαματικής ανάπτυξης, την οποία ακόμα περιμένουμε.
Και ρωτάω εγώ θα ενδιαφερθούμε για 2-3 ξερονήσια και λίγη θάλασσα όταν τα ρέπος (είδος δανείου που παίρνει ένα κράτος από κάποιον επενδυτή) του Ελληνικού Κράτους είναι σε ιστορικό χαμηλό? Είναι ακριβώς αυτή η λογική στην οποία προσπαθεί εκβιαστικά να μας εισάγει η κυβέρνηση. Είναι αυτή η αγωνιώδης ύστατη προσπάθεια των κυβερνόντων να μας πείσουν πως δεν χρειάζεται να μιλάμε και να αγωνιούμε για τα εθνικά θέματά μας (όταν ακόμα και ανώτατα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών παραιτούνται διαμαρτυρόμενα για την πολιτική που ακολουθείτε), γιατί η οικονομία πάει καλά. Προκειμένου να μην χαθούν τα ψίχουλα που έχουν μοιραστεί στην κοινωνία και την πραγματική οικονομία, δεν θα πρέπει να διαμαρτυρόμαστε.
Μια οικονομία η οποία δεν έχει καταφέρει ακόμα να διαφοροποιηθεί από το γνωστό μοντέλο του «ήλιος και θάλασσα», του φραπέ και του φαγητού. Μια οικονομία η οποία παράγει μαζικά δημοσίους υπαλλήλους και συνδικαλιστές, ενώ λυσσαλέα μάχεται το επιχειρείν και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Και όμως προκειμένου να μην χαθούν τα 100€ τα οποία ήρθαν ως αύξηση του κατώτατου μισθού στην 6ετία, εμείς δεν θα πρέπει να μιλάμε για τα εθνικά θέματα.
Και όμως είναι τα εθνικά θέματα για τα οποία δόθηκαν οι μεγαλύτεροι αγώνες. Είναι τα εθνικά θέματα τα οποία μας ένωναν ως έθνος και μας συσπείρωναν κατά παντός εχθρού. Είναι τα εθνικά θέματα τα οποία μας κληροδότησαν οι πρόγονοι μας.
Και μαζί μας κληροδότησαν την υποχρέωση να τα διαφυλάττουμε και να τα προασπίζουμε. Για τα εθνικά θέματα δεν κάνουμε καμία υποχώρηση. «Μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός μας»





