Η σχέση μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν αναδεικνύεται κρίσιμη στη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Ρώσος ηγέτης θα μπορούσε να εξετάσει μια κατάπαυση του πυρός εφόσον ο Τραμπ αναλάβει την πρωτοβουλία για διαπραγμάτευση. Ωστόσο, οι απαιτήσεις του Κρεμλίνου είναι σαφείς και αμετακίνητες: η Ουκρανία πρέπει να εγκαταλείψει την επιδίωξη ένταξης στο ΝΑΤΟ και να αποδεχθεί σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις, περιλαμβανομένων των τεσσάρων ανατολικών περιοχών που η Ρωσία θεωρεί δικές της.
Ο Πούτιν, μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις «πραγματικότητες» στο πεδίο, απορρίπτοντας τις προοπτικές προσωρινής ανακωχής που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τη Δύση για την επανεξοπλισμό του Κιέβου.
Η στάση της Ρωσίας σκλήρυνε ακόμη περισσότερο μετά την απόφαση του Τζο Μπάιντεν να επιτρέψει στην Ουκρανία να χρησιμοποιεί πυραύλους ATACMS για χτυπήματα σε ρωσικό έδαφος. Η πρόσφατη χρήση αυτών των πυραύλων από το Κίεβο έχει προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στη Μόσχα, με το Κρεμλίνο να καταγγέλλει την εξέλιξη ως επικίνδυνη κλιμάκωση.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, προβάλλει τον εαυτό του ως τον μοναδικό ηγέτη που μπορεί να φέρει τις δύο πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Παρότι έχει δηλώσει την πρόθεσή του να μιλήσει απευθείας με τον Πούτιν για την επίτευξη ειρήνης, δεν έχει δώσει καμία συγκεκριμένη πρόταση για το πώς θα συμφιλιώσει τις συγκρουόμενες πλευρές. Την ίδια στιγμή, το Κίεβο επιμένει στη θέση του να ανακτήσει όλα τα εδάφη του, ενώ Αμερικανοί στρατηγοί έχουν χαρακτηρίσει αυτόν τον στόχο ως εξαιρετικά φιλόδοξο. Το Κρεμλίνο, ωστόσο, έχει ήδη δηλώσει ότι η Κριμαία δεν αποτελεί θέμα προς συζήτηση, ενώ μια ενδεχόμενη συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει εγγυήσεις ασφαλείας για τη Ρωσία.
Το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία ως κομβική στιγμή στην αντιπαράθεσή του με τη Δύση, την οποία κατηγορεί για την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα σύνορά του και την παρέμβαση στην πολιτική των χωρών που θεωρεί «ζωτικής σημασίας». Στις εσωτερικές συζητήσεις του Κρεμλίνου, ο Πούτιν φέρεται αποφασισμένος να επιτύχει μια συμφωνία που θα εδραιώσει τα στρατηγικά κέρδη της Ρωσίας, ακόμη κι αν αυτή προκαλεί σοβαρή αντίδραση από τη Δύση.





