Δημήτρης Αλεξανδρόπουλος
Έχει περάσει μόλις ένας μήνας από την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ και η (νέα) πραγματικότητα έχει ήδη χτυπήσει την πόρτα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με ιστορικές εξελίξεις, η Γαλλία και η Γερμανία, ως ηγέτιδες χώρες της Ε.Ε., καλούνται να έρθουν αντιμέτωπες με τις εξελίξεις των πολιτικών που οι ίδιες επέβαλλαν την τελευταία δεκαετία.
Πολιτικές που κατέστησαν την Ε.Ε. πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα τόσο σε ανταγωνισμό, όσο και ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, η Ε.Ε. με τις ΗΠΑ το 2011 βρισκόταν σε παρόμοια επίπεδα ΑΕΠ με 15.87 και 15.6 τρις. αντίστοιχα και κλείνουν το 2024 με αύξηση του ΑΕΠ κατά 22.2% για την Ε.Ε. στα 19.4 τρις και 87% για τις ΗΠΑ στα 29.17 τρις. Η χαοτική εξέλιξη που παρουσιάζει η Κίνα, ανέρχεται σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 143.9% στα 18.27 τρις. πολύ κοντά δηλαδή, στα επίπεδα της Ε.Ε. Οι ηγεσίες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκαν πρωτίστως σε κοινωνικές πολιτικές, αγνοώντας τις επιδράσεις τους στην οικονομία, με το μεγαλύτερο παράδειγμα να αποτελεί η πολιτική ανοιχτών συνόρων.
Χώρες όπως η Γερμανία, που κάποτε “κουνούσαν το δάχτυλο” στην Ελλάδα για να δεχτεί περισσότερους λαθρομετανάστες, σήμερα αντιμετωπίζουν βαθιά κρίση και εντάσεις, καταφεύγοντας ακόμα και σε σκέψεις για την κατάργηση της Σένγκεν. Στο λαθρομεταναστευτικό, η μια κρίση διαδέχεται την άλλη και η ηγεσία της Ε.Ε. συνεχίζει να αρνείται να λάβει ουσιαστικά μέτρα. Παράλληλα, ο άκρατος δικαιωματισμός, έχει οδηγήσει σε μια βαθιά κρίση αξιών, υπονομεύοντας την ταυτότητα, τον πολιτισμό και την ιστορία των Ευρωπαϊκών κρατών. Στο τομέα αυτόν, έχει λάβει τα ηνία η Γαλλία, θέτοντας τα θεμέλια της woke ατζέντας.
Επιδόματα και κίνητρα με φυλετικά και σεξουαλικά κριτήρια, επιβολή τακτικών πολιτικών σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις και διαρκής θυματοποίηση συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων, επειδή τυγχάνουν να φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή ανήκουν σε συγκεκριμένες κοινότητες, είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία, μια επιπλέον αδυναμία βγήκε στην επιφάνεια και αυτή, δεν είναι άλλη, από την ενεργειακή εξάρτηση. Το 2020, το 58% των ενεργειακών αναγκών της Ε.Ε. ήταν εισαγόμενο, με κύριο προμηθευτή φυσικά, τη Ρωσία.
Ταυτόχρονα, η Ένωση απέδειξε ότι στρατιωτικά εξαρτάται πλήρως από το ΝΑΤΟ και την υποστήριξη της Αμερικής για την άμυνα και την ασφάλειά της. Στην πρόσφατη έκθεση για την ανταγωνιστικότητα του πρ. προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, αναφέρονται οι προκλήσεις που η Ε.Ε. θα πρέπει να κοιτάξει κατάματα στα επόμενα χρόνια, προκειμένου να μπορέσει να σταθεί αυτόνομη και ισχυρή, σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει. Οι κυριότερες προτάσεις, αφορούν την αύξηση των επενδύσεων για έρευνα-καινοτομία και την κάλυψη του τεχνολογικού χάσματος με τις ΗΠΑ και την Κίνα, τομείς όπου η Ε.Ε. έχει μείνει αρκετά πίσω.
Το εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται χρόνο με το χρόνο και η ανάγκη προγραμμάτων κατάρτισης σε νέες τεχνολογίες, είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Αντίστοιχα, το δημογραφικό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τα περισσότερα κράτη, καθώς για όσους μένους χωρίς εργασία λόγω ηλικίας, το κράτος και συνεπώς οι εργαζόμενοι, θα κλιθούν να καλύψουν τα ασφαλιστικά και κοινωνικά προγράμματα, ώστε να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερη έμφαση, με βάση και τις αδυναμίες που προέκυψαν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, δίνεται στην ενεργειακή αυτονομία και την ευρωπαϊκή άμυνα. Η απανθρακοποίηση της οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστεί, ωστόσο όχι εις βάρος των καταναλωτών και της ανταγωνιστικότητας.
Τα οριζόντια μέτρα μείωσης της φορολογίας στην ενέργεια, αλλά και η διαφοροποίηση των παρόχων, με έμφαση στην αξιοπιστία και τις καλύτερες τιμές, κρίνονται απαραίτητα για την επίτευξη του στόχου. Αντίστοιχα, απαιτείται η ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας. Με τις εξαγγελίες του Ντόναλντ Τραμπ για τη μηπαροχή στρατιωτικής υποστήριξης, σε κράτη-μέλη που δεν επενδύουν το ελάχιστο όριο του ΝΑΤΟ, το βάρος της στρατιωτικής ενίσχυσης, επιστρέφει στα κράτη. Είναι πλέον εμφανές, ότι οι μέρες που η Ευρωπαϊκή Ένωση εφάρμοζε πολιτικές σοσιαλισμού και εκφυλισμού της ταυτότητάς της, έχουν παρέλθει.
Με μια Αμερική που πλέον συνειδητοποίησε τα σφάλματά της και θα εστιάσει στον εαυτό της, η Ε.Ε. θα αναγκαστεί πλέον να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και να συνέλθει. Μια πραγματικότητα την οποία δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει. Μια πραγματικότητα που είναι ήδη εδώ.





